blog-manolis.jpg

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4 - Ο ΦΟΥΣΤΑΝΕΛΑΣ

Ο Μανώλης σήμερα δεν είχε κέφια. Θα αρπάξω λοιπόν την ευκαιρία και θα σας πω εγώ μια ιστορία για ένα πολύ  αγαπημένο μου πρόσωπο. Τον παππού μας τον Φουστανελά.

Μια φορά κι έναν καιρό  σ΄ ένα μικρό χωριό της Μυτιλήνης, ζούσε μία  οικογένεια με  8 παιδιά. Ο μπαμπάς ήταν τσαγκάρης κι η μαμά ήταν κόρη αγιογράφου. Το πρώτο του παιδί είχε γεννηθεί  γύρω στο 1870, ίσως και λίγο νωρίτερα. Το όνομα του ήταν Θεόφιλος.

Ο Θεόφιλος ήταν  καλό κι ευαίσθητο παιδί. Είχε όμως ένα πολύ μεγάλο κουσούρι. Ήταν αριστερόχειρας. Τι; Δε με πιστεύετε; Αλήθεια σας λέω! Εκείνη την εποχή αν ήσουν αριστερόχειρας υπήρχε σοβαρός λόγος να σε περιγελάσουν και να σε χλευάσουν. Πόσο αγωνίστηκαν οι γονείς του να τον κάνουν δεξιόχειρα δε λέγεται. Τί μάχες έδωσαν να τον συνετίσουν δεν περιγράφεται. Όλα μάταια. Ο Θεόφιλος παρέμεινε  ο αριστερόχειρας που όλοι κορόιδευαν. Έγινε ένας κακός μαθητής που κλείστηκε στον εαυτό του, στο δωμάτιο του και βρήκε καταφύγιο στα πινέλα και τη ζωγραφική.
Έτσι  πέρασε τα παιδικά του χρόνια κι όταν έγινε 18 χρονών αποφάσισε να φύγει από το νησί του. Ένα  πρωί λοιπόν χαιρέτισε τους γονείς του κι έφυγε να πάει απέναντι στη Σμύρνη να βρει την τύχη του.

Έπιασε δουλειά και συγχρόνως αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ζωγραφική επαγγελματικά. Λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στον Βόλο και στο Πήλιο. Ο Θεόφιλος ήταν πολύ φτωχός. Τόσο φτωχός που δεν είχε να φάει. Ζωγράφιζε σε ταβέρνες, σε φούρνους και μπακάλικα μόνο και μόνο για να του δώσουν ένα πιάτο φαγητό.

Δε σπούδασε ζωγραφική γιατί δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Ζωγράφιζε με την καρδιά του. Και πιστέψτε με  είχε πολύ μεγάλη καρδιά. Χωρούσε μέσα όλη την Ελλάδα. Την  αγαπούσε την πατρίδα του. Λάτρευε τα παλικάρια της, τον Κολοκοτρώνη, τον Καραϊσκάκη ,τον Νικηταρά. Τους θαύμαζε και τους τιμούσε. Τους αγάπησε τόσο πολύ που πέταξε τα ρούχα του για πάντα και φόρεσε φουστανέλα. Καμάρωνε μ’ αυτή. Ένιωθε πως ήταν ένας από εκείνους τους σπουδαίους ήρωες που ζωγράφιζε στα ταβερνεία. Γιατί τους ήρωες ζωγράφιζε, τους αρχαίους θεούς  και την Ελλάδα μας.

Όσο αυτός ήταν απορροφημένος στο έργο του πήγαιναν κοντά να τον περιγελάσουν για τη φουστανέλα που φορούσε.

Τι κι αν τον κορόιδευαν; Αυτός τη φουστανέλα την έβγαζε μονάχα τις Αποκριές για να ντυθεί Μέγας Αλέξανδρος με μια δική του ιδιαίτερη στολή. Ή για να ανεβάσει κάποια θεατρική παράσταση. Αγαπούσε το θέατρο, όμως κι αυτό ήταν ταγμένο στη λατρεία της πατρίδας. Ανέβαζε παραστάσεις με θέμα την ελληνική ιστορία και παρουσίαζε μάχες και γεγονότα.

Στεναχωριέμαι κάθε φορά που σκέφτομαι πόσο άσχημα του φέρονταν όλοι.

Πάντα τον αποκαλούσαν ζερβοκουτάλα και μισακάτη. Τρελό τον ανέβαζαν, σοβατζή τον κατέβαζαν. Μια μέρα λες κι έγινε ένα μικρό θαύμα στην άσχημη ζωή του. Συνάντησε έναν πλούσιο άνθρωπο, τον κύριο Γιάννη Κοντό. Ο Κοντός ήταν γαιοκτήμονας. Συμπάθησε τον  Θεόφιλο και μάλλον ένιωσε μια έλξη από την τέχνη του. Τον πήρε στο Αρχοντικό του στην Ανακασιά  και του ζήτησε να ζωγραφίσει τους τοίχους του σπιτιού.

Τι χαρά μεγάλη ήταν αυτή για τον Θεόφιλο. Είχε στέγη, καλύτερη οικονομική κατάσταση πια και βέβαια άπλετο χώρο να δημιουργήσει. Το τί ζωγράφισε δεν περιγράφεται! Τους ήρωες του ‘21, αρχαίους θεούς, λουλούδια κι ομορφιές της Ελλάδας. Και βέβαια τον κύριο Κοντό με τ’ άλογο του. Και εδώ θα σας πω ένα μυστικό. Ο κύριος Κοντός ήταν ενθουσιασμένος με τα έργα του Θεοφίλου. Κι ας έλεγαν οι άλλοι πως η προοπτική του είχε πάει περίπατο. Ο Θεόφιλος ήταν αυτοδίδακτος, δεν είχε στο έργο του προοπτική. Μια φορά είχε ζωγραφίσει σ’ ένα μανάβικο τον Αθανάσιο Διάκο.

- Θεόφιλε, το έργο σου δεν έχει προοπτική.

-Ποια προοπτική απάντησε εκείνος. Δύο πιθαμές τοίχος, δέκα μέτρα βάθος στην εικόνα, δεν ταιριάζει. Θα βρεθεί ο Αθανάσιος Διάκος στο κουρείο.
Μια μέρα  ανεβασμένος σε μια σκάλα ζωγράφιζε. Κάποιοι  για να τον περιγελάσουν του έδωσαν μια και τον έριξαν από την ανεμόσκαλα. Εκείνοι γέλασαν πολύ. Ο Θεόφιλος όμως χτυπημένος πόνεσε και λέγεται πως έσπασε δύο πλευρά. Πικραμένος πήρε την απόφαση να επιστρέψει και πάλι στο νησί του. 

Η ζωή στη Μυτιλήνη ήταν εξίσου δύσκολη. Η φουστανέλα ήταν μια πρόκληση κι εκεί.

Πάλι πεινούσε, πάλι τον περιγελούσαν. Τίποτε δεν άλλαξε. Ζωγράφιζε γιατί αγαπούσε τη ζωγραφική. Εκείνο τον καιρό τον πλησίασε κάποιος άνθρωπος που ήρθε από το Παρίσι. Ο Στρατής Ελευθεριάδης, ο γνωστός Τεριάν.

Παρακολούθησε  το έργο του και άρχισε να τον προμηθεύει με πινέλα και χρώματα. Τώρα ο Θεόφιλος ζωγράφιζε την ελληνική φύση, την ελληνική ξεχωριστή ομορφιά. Ο Τεριάν πήρε κάποια έργα του μαζί στο Παρίσι και τα έδειξε στους καλλιτέχνες εκεί. Δε θα το πιστέψετε αλλά εκείνοι ενθουσιάστηκαν.

Ο Θεόφιλος έφυγε από τη ζωή πάμφτωχος και σε ελεεινή κατάσταση. Πέθανε από δηλητηρίαση. Από κάποιο χαλασμένο φαγητό.

Ένα χρόνο αργότερα Ο Τεριάν διοργάνωσε μια μεγάλη έκθεση μέσα στο Λούβρο! Ναι σωστά διαβάσατε, στον Λούβρο !Οι  Παριζιάνοι έμειναν άφωνοι από το έργο του. Από το έργο του παράξενου αυτοδίδακτου τρελού σοβατζή.

«Ιδού το τοπίο και οι άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία….έγραψε ο  μεγάλος αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ σε άρθρο του για τον Θεόφιλο. Αλλά εκείνος δεν πρόλαβε να γνωρίσει την χαρά. Δεν μάθαμε ποτέ την αντίδρασή του…  

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1935 η εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», χαρακτηρίζει τον Θεόφιλο «μεγάλο Έλληνα ζωγράφο».
Ο Τεριάν αγόρασε αμέσως το αρχοντικό του Κοντού στην Ανακασιά και το έκανε Μουσείο. Είναι το μουσείο του Θεόφιλου στο Βόλο. Μουσείο έφτιαξε και στην Μυτιλήνη και έκανε το Θεόφιλο γνωστό σε Ελλάδα και εξωτερικό. Τον δικό μας Θεόφιλο. Τον Θεόφιλο Κεφαλά – Χατζημιχαήλ. Τον φουστανελά μας